Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Τριαντάφυλλο& αστέρια


 'Για όλους τους ανθρώπους τ' αστέρια δεν είναι ίδια. Για εκείνους που ταξιδεύουν τ' αστέρια είναι οδηγοί. Για κάποιους άλλους δεν είναι παρά μικρά φωτάκια. Για άλλους, που είναι σοφοί, είναι προβλήματα. Για τον επιχειρηματία μου ήταν χρυσάφι. Όμως όλα αυτά τ' αστέρια σωπαίνουν. Εσύ θα έχεις αστέρια που δεν έχει κανένας...  

-Τι θέλεις να πεις;
-Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό τη νύχτα, αφού εγώ θα μένω σε ένα απ' αυτά, αφού εγώ θα γελάω σε ένα απ' αυτά, θα είναι λοιπόν για σένα σαν να γελάνε όλα τ' αστέρια. Εσύ θα έχεις αστέρια που ξέρουν να γελάνε. Είσαι για πάντα ο φίλος μου. Θα θες να γελάς με μένα. Και θα ανοίγεις μερικές φορές το παράθυρο σου, έτσι χωρίς λόγο, γιατί σ' αρέσει... Και οι φίλοι σου θα μείνουν έκπληκτοι όταν σε δουν να κοιτάς τον ουρανό και να χαμογελάς! Τότε θα τους λες ''ναι τ' αστέρια με κάνουν πάντα να γελώ'' και θα σκέφτονται ότι είσαι τρελός. Θα είναι ένα πολύ μικρό παιχνίδι που θα έχω παίξει με σένα... Θα είναι σαν, στη θέση των αστεριών, να σου χαρίσω άπειρες μικρές καμπανούλες που ξέρουν πως να γελούν!'

{Ο Μικρός Πρίγκηπας- Αντουάν ντε Σαιντ- Εξυπερύ} 

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Ένα παιδί μετράει τ' άστρα


'Μια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το 'βαλε κάτω και το παίδεψε, το 'πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα 'πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει, αυτά που του 'κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ' τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι «παππούδες» που κάθονται στα γόνατά σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.
Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλειά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ' αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του 'βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, ''σε παρακαλώ'', του λέει, ''αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρ' το μου. Ε; Πολύ θα σεπερικαλέσω, όμως..''.
Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω... έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του... και του τα 'δωσε πίσω. ''Πάρ' τα'', του λέει. ''Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια... μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;...''. Το παιδί τρόμαξε. Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια... ''Άιντε, άιντε... Σύχασε...'', είπε. ''Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι. Σύμφωνοι;''.
Σε τρεις μέρες του 'φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό απ' το βαγγέλιο, και του το 'δωσε. ''Το πασπάτεψα από παντού'', λέει στο παιδί. ''Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρ' το εσύ, μην 'πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε''.
Το παιδί τ' άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σαν μικρό σπιτάκι, Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού έλεγε το ξώφυλλό του. Αυτό ήταν! Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το 'μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το 'χε φέρει, τ' άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του. Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ' όποιον ήθελε. Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία.'

{Μενέλαος Λουντέμης}